Φυγή προς τα κάτω …

Posted on Updated on

-Η παράταση του συμφώνου…
– …περίπτωση φοροκλοπής αποκαλύφθηκε…
-…σκαλιά της εκκλησίας· απευθείας σύνδεση.

Πάτησε το πλήκτρο του τηλεχειριστηρίου· η οθόνη της τηλεόρασης μαύρισε. Τουλάχιστον το τίποτα είναι πιο αξιοπρεπές από τις αηδίες που σερβίρουν και λιγότερο μαύρο από το χρώμα της ψυχής που θέλουν να πετύχουν οι καναλάρχες και όσοι κανοναρχούν τα «σκουπίδια» που σωριάζουν στο μυαλό, μουρμούρισε.

Το βλέμμα πλανήθηκε στον χώρο· χωρίς προορισμό· πιο πολύ για να αποδράσει.
Το βλέμμα ή αυτός;
Πέρα μακριά, τα φώτα της πόλης άναψαν. Φωτεινές γραμμές και μικρά πολύχρωμα καντιλέρια μέσα στο βαθυμπλέ, με αποχρώσεις του πορτοκαλί, φόντο.

Κοίταξε τα χαρτιά επάνω στο γραφείο. Κάθε σελίδα, γεμάτη γράμματα και αριθμούς. Γεμάτη σκέψεις και ιδέες.
Γεμάτη ανθρώπους!
Όλα αυτά, γραμμένα από ανθρώπους που δεν γνωρίζω και δεν με γνωρίζουν.
Κι ας έχουμε συναντηθεί…

Από το διπλανό δωμάτιο, η ψιθυριστή η φωνή της Ρίτας, της γυναίκας του, έφτανε μέχρι εκεί.
Συμβουλές θα δίνει πάλι. Όλη την ημέρα με το ακουστικό στο χέρι, σκέφτηκε πικρά.
Μπορεί και για να είναι σίγουρη ότι θα παραμένει κλειστός ο ακουστικός πόρος ώστε να μη χρειαστεί να μου απαντήσει, αν της απευθύνω τον λόγο. Όχι πως θα το κάνω· τι άλλο έχουμε να πούμε άλλωστε…
Λείπει και στους δυο η κόρη μας
, αναστέναξε.

Σηκώθηκε από την καρέκλα. Χωρίς ιδιαίτερη σκέψη πήρε το κράνος και τα κλειδιά της μηχανής και προχώρησε στην έξοδο. Στο απορημένο βλέμμα της Ρίτας απάντησε με μια κίνηση και με ένα νεύμα συνέχισε εσύ· βγαίνω.
Την ησυχία του απόβραδου, κομμάτιασε ο θυμωμένος ήχος της Χάρλεϋ. Φόρεσε το κράνος, έβαλε ταχύτητα και άφησε το δίτροχο όχημα να κατηφορήσει προς τη μεριά του μεγάλου δρόμου.
Δεν έχει σημασία για πού. Να φύγει ήθελε.
Να φύγει.

Άνοιξη.
Το μεγάλο ρολόι στην πλατεία έδειχνε 9. Δεν έχει προσέξει αν ακόμα χτυπάει τις ώρες.
Οι ώρες είναι που μας έχουν φυλακίσει, μουρμούρισε ανεβάζοντας το γκάζι.

Προσπέρασε την πλατεία.
Ίσως στο κέντρο της πόλης, έδωσε εντολή στον εαυτό του· όσο εντολή μπορεί να θεωρηθεί μια πρόταση που ξεκινάει με ένα ίσως.
Κατέβηκε την Κηφισίας, πέρασε στη Βασιλίσσης Σοφίας, έστριψε στην Πανεπιστημίου.
Στο Γκάζι.
Έχει συναυλία. Λες να αξίζει; Να μπω;
Χαμογέλασε με την υποδοχή. Νεαρές κοπέλες, ντυμένες ομοιόμορφα, υποδέχονταν τους θεατές με μια αγκαλιά. Δέχτηκε αυτή που του αναλογούσε χαμογελαστός.
Την είχε ανάγκη. Όχι αυτήν, αλλά έστω κι αυτή.

Μπήκε.
Η συναυλία είχε αρχίσει ώρα. Ο γνωστός τραγουδοποιός, καθισμένος στο πιάνο έπαιζε τα τραγουδάκια του ’80. Μετά το τρίτο τραγούδι σηκώθηκε. 
Παίζει τα ίδια τραγούδια, που δεν χωράνε πια πουθενά.
Ούτε εγώ χωράω…

Βγήκε από τον συναυλιακό χώρο.
Τα ομοιόμορφα κορίτσια είχαν αποσυρθεί.
Μπορεί να τους είχαν τελειώσει οι αγκαλιές.
Μη νομίζεις, κι αυτές κάποτε τελειώνουν.
Καβάλησε τη μηχανή και την έστρεψε προς την παραλία.
Πάμε Ντόλυ, ψιθύρισε τρυφερά.

Ο δροσερός ανοιξιάτικος αέρας τον χτύπησε στο πρόσωπο. Συνειδητά δεν φόρεσε το κράνος.
Γι αυτό. Ήθελε να αισθανθεί το ευεργετικό του ράπισμα.
Να ζωντανέψει.

Στην παραλιακή η ψύχρα πιο έντονη, αλλά όχι ενοχλητική.
Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά.
Η θάλασσα απλωνόταν πλάι του σκουρόχρωμη. Πλοία και καημοί ταξίδευαν στην αγκαλιά της.
Και όνειρα για μεγάλες αποδράσεις.

Στο φανάρι έκανε δεξιά και μπήκε στις μαρίνες της περιοχής.
Σταμάτησε τη μηχανή· ξεκαβάλησε.

Περασμένη η ώρα, ελάχιστοι πια οι περιπατητές.
Ο σεκιουριτάς στην άκρη της μεγάλης ράμπας βαριεστημένος.
Τον πλησίασε διστακτικά.
Καλησπέρα. Πώς πάει;
Τυπικές λέξεις· μάλλον περισσότερο κι από τυπικές όταν μιλάς με ένα άγνωστο.
Η ανταπόκριση από την άλλη πλευρά, απρόσμενα θετική.
Αναθάρρυνση.
Πρωτοβουλία.
Πάω να φέρω δυο μπύρες να τα πούμε. Έλα, θα σε καλύψω αν έρθει καμιά έφοδος, έκαμψε την προβαλλόμενη επαγγελματική αντίσταση.

Επιτέλους,ίσως να μπορέσει να πει δυο κουβέντες.

Ξέρεις, εδώ, δηλαδή λίγο πιο πέρα, μεγάλωσα.
Εδώ πρωτόρθα με τη Ρηνούλα.
Έ, τι μου θύμισες τώρα. Όμορφο γκομενάκι. Ξανθό μαλλί μέχρι τη μέση, πόδι τέλειο… Τη λιγουρευόμαστε όλοι στο φροντιστήριο.
Εγώ όμως την «έριξα».
Ήταν τέτοιος καιρός. Έκανα κοπάνα από το μάθημα και την έπεισα να έρθει μαζί.
Πώς την έπεισα; Με ένα λουλούδι. Ναι φίλε· με ένα κατακόκκινο
τριαντάφυλλο. Γιατί τότε μπορούσα να μιλήσω με ένα λουλούδι.
Ρωτάς για τώρα; δεν ξέρω,
αναστέναξε.
Ναι· και ήρθαμε εδώ πιο κάτω. Μη φανταστείς, τότε, και το που ήρθαμε εδώ, πολύ ήταν. Μερικά φιλιά και κάτι χάδια αλλάξαμε ξαπλωμένοι στην υγρή άμμο.
Καλά δεν σου λέω πώς ήμουνα μετά…

Το στόμα ροδάνι. Όσα δεν είχε πει τον τελευταίο καιρό, τα αράδιαζε τώρα, εδώ, σε έναν άγνωστο που δέχτηκε να πιουν μαζί μια μπύρα.

Τη θέση της Ρηνούλας πήραν άλλοι έρωτες· μετά η κουβέντα το έφερε, ή εκείνος το έκανε να έλθει, πίσω στα παιδικά του χρόνια· ο κυρ Θύμιος που είχε ένα παϊτόνι, ξέρεις άμαξα με ένα άλογο και μοίραζε το γάλα στις γειτονιές. Η πιτσιρικαρία, ανάμεσά τους πρώτος αυτός, έτρεχε κάθε που άκουγε το κουδούνι, ναι είχε και κουδούνι, ποιος θα πρωτανέβει επάνω στην άμαξα για μια διαδρομή από την αρχή του δρόμου μέχρι το σπίτι.
Τότε δεν υπήρχε πουθενά άσφαλτος εδώ γύρω. Παντού δρόμοι χωμάτινοι. Το καλοκαίρι σκόνη, το χειμώνα λάσπες. Άλλες εποχές. Αθώες. Αθώοι και άδολοι κι εμείς. Το χώμα, παρόλα αυτά, δεν μας ενοχλούσε. Ξέραμε, άγνωστο πώς, πως σήμαινε την αρχή· και το τέλος.

Η εξομολόγηση τράβηξε πολύ. Και τα σούρτα-φέρτα μέχρι την κοντινή καντίνα. Κάθε κουτί μπύρας που άδειαζε, γέμιζε τον χώρο με εικόνες από το παρελθόν.
Από κοντά και κάτι όνειρα που, στο ανάμεσο, βρήκαν χαραμάδα και γλίστρησαν απρόσκλητα.
Για να χαθούν καθώς γεννιόντουσαν.

Το χάραμα, τους βρήκε να κοιτάζουν τον ουρανό, που είχε αρχίσει να ροδίζει.
Τέλειωνε και η βάρδια του Μιχάλη· το όνομα το έμαθε μετά την τρίτη μπύρα. Τότε σκέφτηκε να ρωτήσει.

Άντε, καλή σου ημέρα.
Ευχαριστώ!
Σε λίγο θα ´ρχόταν ο αντικαταστάτης που περίμενε ο Μιχάλης.
Αυτόν ποιος; Τι;

Η μηχανή ξύπνησε τα χίλια κυβικά της και συνέχισε την πορεία προς τα νότια.

Οι ταχύτητες αρχίζουν να ανεβαίνουν καθώς οι ρόδες κυλούν πάνω στη νοτισμένη άσφαλτο.
Το χελιδόνι πρόλαβε να κάνει τον ελιγμό του μπροστά από το οργισμένο μηχάνημα.
Ήρθαν κι αυτά.
Η Άνοιξη έχει μπει για καλά.
Χαμηλή πτήση. Γιατί;
Λες να βρέξει;

Ή με προκαλεί;
Θα απαντήσω.
Ζω!

Το γκάζι στο τέρμα· όλα τα άλογα της μηχανής, αφηνιασμένα, ξεχύνονται μπροστά.
Κανένα περιθώριο επιστροφής…

—————————
Η συμμετοχή μου στο διαγωνισμό «λόγω τέχνης».
Οι τονισμένες λέξεις, είναι αυτές που θα έπρεπε να υπάρχουν υποχρεωτικά σύμφωνα με τους όρους του διαγωνισμού…

Advertisements

2 thoughts on “Φυγή προς τα κάτω …

    marilia said:
    Απρίλιος 8, 2013 στο 2:52 μμ

    🙂 Υπέροχος, κύριε!

    Θνουποφιλάκι τόοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοθο και αγκαλίτσα. 🙂

    Sotiris Kanell. responded:
    Απρίλιος 8, 2013 στο 4:42 μμ

    @marilia μου…
    Ευχαριθθθθθτωωωω 🙂
    Για όλα!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s