Όχι, δεν σκέφτεσαι αυτό…

Posted on Updated on

Την απόφαση την πήρες πριν από καιρό. Την υλοποίησες την προηγούμενη Πέμπτη. Όχι, μην έρθετε την Παρασκευή, έχει λαϊκή από κάτω. Πώς; Εργάζεστε και το Σάββατο; Βεβαίως το Σάββατο μπορώ.
Η στιχομυθία που έκλεισε το ραντεβού για το πρωινό του Σαββάτου.

Όταν το αυτοκίνητο βρέθηκε στο αέρα, με τον φαρδύ ιμάντα, περασμένο από τα δυο μπροστινά παράθυρα, να το κρατάει από την οροφή, κάτι κλώτσησε στο στήθος σου.
Έκανες ότι το φωτογραφίζεις, αλλά δεν ήξερες τι ακριβώς ήθελες να κρατήσεις. Τη στιγμή, τον χρόνο που πέρασε, δεν είναι λίγα δέκα οκτώ χρόνια, ή… το αυτοκίνητο πίσω στη θέση του;
Ή ένα δάκρυ που απειλούσε να σε κάνει ρεζίλι φωνάζοντας και κατρακυλώντας πάνω στο μάγουλό σου;

Έμεινες να κοιτάζεις δυο φυλλαράκια, κατακίτρινα, που ταξίδευαν από τα κλαδιά της ροδιάς, πάνω στην οροφή του αιωρούμενου οχήματος.
Πόσες φορές το είχε υποδεχτεί γυρνώντας αυτό από μικρά και μεγάλα ταξίδια, στις πιο απίθανες ώρες, ακίνητη αυτή όπως τα δέντρα το έχουν συνήθειο;
Λες η καλή ροδιά να τα έστειλε για αποχαιρετισμό;

Για να δω τα χαρτιά; Ο υπάλληλος που χειριζόταν το σύστημα: γερανός – φορτηγό – γραφειοκρατία – οδηγός – μεταφορά.
Πολύ ωραία. Υπογράψτε εδώ. Ορίστε η απόδειξη ότι το παρέλαβα, τα χαρτιά για τον αποχαρακτηρισμό θα σας έρθουν την άλλη εβδομάδα. Με κούριερ.

Μάλλον μαζεμένα στα είπε. Και γρήγορα. Δεν θυμάσαι να αντιλήφθηκες όλα όσα είπε, ούτε κι αν έκανες όντως, όσα όφειλες να κάνεις για την περίσταση.
Είναι βλέπεις η ηλικία που έχει μειώσει την ταχύτητα σκέψης.
Ή δεν είχε, τουλάχιστον για την περίσταση, καμιά σημασία αυτό;

Όρθιος στο πεζοδρόμιο συνέχισες να παρακολουθείς το φορτηγό, φορτωμένο με το μπλε αυτοκίνητο, και τις τόσες στιγμές της δικής σου ζωής μέσα του, μέχρι που χάθηκαν στη γωνιά.

Το Σάββατο έφερε την Κυριακή, η Δευτέρα μπήκε με τρεχάματα, το βλέμμα όλες αυτές τις ημέρες, κάθε που επέστρεφες από οπουδήποτε, ασυναίσθητα έψαχνε τον αριθμό ΥΚΕ… ενός μπλε αυτοκινήτου παρατημένου στο βάθος της αυλής. Τα τέλη κυκλοφορίας ταχυδρομήθηκαν από την εφορία και τα παρέλαβες χτες· η σκέψη «κοίτα που τελειώνει η εβδομάδα, κι ακόμα δεν ήρθαν τα χαρτιά», δεν ήταν αβάσιμη.
Ευτυχώς η εικόνα του αιωρούμενου οχήματος, κάποια στιγμή, έφυγε από τις πρώτες επιλογές του μυαλού. Ακόμα κι όταν το μάτι χαϊδεύει το στρώμα από τα ξανθά φύλλα που καθημερινά απλώνει στην είσοδο η καλή ροδιά…

Ήλιος και πάλι σήμερα. Όμορφος καιρός. Μια βόλτα ίσως… Άσε καλύτερα, υπάρχουν οι δουλειές της καθημερινότητας. Έχει και λαϊκή κάτω στο δρόμο.
Το κουδούνι της κεντρικής εισόδου σήμανε.
Ναι εδώ είμαστε ανεβείτε. Στον τέταρτο.
Οδηγίες μέσω του θυροτηλεφώνου.
Το σκεφτόμουν μόλις εχτές: Πότε θα στείλουν τα χαρτιά για το αυτοκίνητο; Μπήκε Δεκέμβριος. Να λοιπόν που έγινε.
Σκέψεις και το μυαλό στον κόσμο του.
Πότε να πάω στην εφορία; Τι να χρειάζεται άραγε να κάνω στη συνέχεια; Ίσως αν μπω στο διαδίκτυο να βρω πληροφορίες.
Πόρτες που ανοίγουν· του διαμερίσματος· του ασανσέρ που μόλις φτάνει.
Γιατί άραγε το βλέμμα σου ήταν στραμμένο στο πάτωμα;
Η πόρτα μισοκλείνει.
Ο υπάλληλος της εταιρίας σου προτείνει το φάκελο, σου λέει κάτι ευγενικά, παίρνεις το φάκελο, προλαβαίνεις να δεις ότι φοράει ένα μάλλινο σκούφο και η πόρτα κλείνει εντελώς. Ο θαλαμίσκος του ασανσέρ κινείται προς τα κάτω.
Με τον φάκελο στο απλωμένο χέρι, μένεις να κοιτάζεις μέσα από το ημιδιάφανο παράθυρο της πόρτας του ασανσέρ, τη φιγούρα που κατεβαίνει. Μπορείς να ξεχωρίσεις το χρώμα του σκούφου, -σκούρο λαδί- και ότι είναι πλεχτός.
Α και τα γένια· στο πρόσωπο που χάνεται γρήγορα στους κάτω ορόφους.
Η φωνή του, όχι. Αυτή δεν χάνεται. Έμεινε να συνεχίσει την επίσκεψή της στους ακουστικούς σου πόρους.

Δύσκολοι καιροί.
Πρέπει να βγει το μεροκάματο. Δηλαδή ποιο μεροκάματο; Η ζωή είναι σκληρή, κάτι οτιδήποτε για να μπορεί να επιβιώσει κανείς.
Ό,τι νάναι. Έστω και παρτάιμ.

Τόσα χρόνια ζει από το εισόδημα των γονιών. Κυρίως από αυτό δηλαδή.
Επιτυχών αλλά μη διοριστέος στον ΑΣΕΠ· το «υπομονή μέχρι τις επόμενες εξετάσεις» το ακούει συνεχώς. Το συνήθισε και το αποδέχτηκε.
Σάματι έχει και άλλες επιλογές δηλαδή;
Ως τότε όμως, κάπου να βγαίνει το μεροκάματο. Το ό,τι νάναι.

Το πρωί πέρασε από την εταιρία, που ευτυχώς πριν κανά μήνα τον προσέλαβε, και πήρε τους φακέλους που θα έπρεπε να παραδοθούν.
Αυτή τη δουλειά βρήκε, αυτή κάνει.
Τι άλλο να κάνει;
Να κάθεται να κλαίει για τα χαμένα χρόνια στο Πανεπιστήμιο; -Μαθηματικός τελείωσε- Για τα όνειρα που έχτισε τότε που έφευγε για να κάνει το μεταπτυχιακό του στο LSE, -δεν είναι και μικρό πράγμα να σε πάρουν για Μaster’s στο LSE και μάλιστα για Oικονομετρία-, για την χαρά που είχε και την πεποίθηση ότι τώρα, με τόσα προσόντα που είχε συγκεντρώσει, όλοι οι δρόμοι θα ήταν ανοιχτοί; Για τα «χαρτιά» που μάζευε όπως εκείνα τα συνέδρια που παρακολούθησε ή εκείνα τα σεμινάρια στα παιδαγωγικά, ή το άλλο στη χρήση των υπολογιστών; Καλά αυτό το έκανε γιατί ήταν επιδοτούμενο· σιγά που είχε ανάγκη να μάθει το Word και το Εcxel από ημιμαθείς εκπαιδευτές που τους είχαν προσλάβει οι επιτήδειοι γιατί τους πλήρωναν με φτηνό ωρομίσθιο, αλλά να παίρνουν γενναία επιδότηση από τα ευρωπαϊκά ταμεία.

Τα όνειρα άρχισαν να κονταίνουν όταν ξαναμπήκε για καλά στην ελληνική πραγματικότητα.
Πρώτα ήρθε η ξεκάθαρη δήλωση:
Δεν διορίζεσαι με τίποτα, έτσι τουλάχιστον, που έχουν τα πράγματα. Μαθηματικός κιόλας..
Μετά ήρθε η πληροφορία· ο πρώην κολλητός του, είχε τα κονέ στο Υπουργείο και θα μπορούσε να μιλήσουν για την περίπτωσή του, αλλά,
καταλαβαίνεις…
Και το κόμμα έχει τις ανάγκες τους. Όχι μη φανταστείς πολλά και δύσκολα πράγματα· σίγουρα θα πρέπει να έρχεσαι στις εκδηλώσεις που κάνει ο υπουργός ή ο υφυπουργός· ξέρεις δίνει σκληρή μάχη. Κυρίως με τους εσωκομματικούς. Του την πέφτουν από όλες τις μεριές. Είναι και εκείνο το παλιό πρόβλημα με τον Πρωθυπουργό.
Φυσικά, και εφόσον στο ζητήσουν από τον χώρο, αν είναι ανάγκη δηλαδή, όχι μόνον θα ψηφίσεις, αλλά μπορεί και να χρειαστεί να μπεις και υποψήφιος. Το θυμάμαι πολύ καλά,
-το θυμόταν το κωλόπαιδο- όταν σηκωνόσουν να μιλήσεις στο Αμφιθέατρο, όλοι σε παρακολουθούσαν προσεκτικά. Οι αντίπαλοι γιατί σε φοβόντουσαν, οι δικοί μας γιατί μας εξέφραζες πλήρως, τα γκομενάκια γιατί γούσταραν. Ε και τώρα τι νομίζεις θα βρεις εκεί; Τα ίδια.
Τα αμφιθέατρα, βρίσκουν την καλύτερη συνέχειά τους, στις συνελεύσεις των καθηγητών και των δασκάλων.
Αυτή ήταν εν ολίγοις η περιγραφή της κατάστασης.
Επιλογές; Σχεδόν καμιά άλλη, τουλάχιστον αν ήθελε να βρίσκεται κοντά σε ό,τι είχε ονειρευτεί.
Αν μπορούσε να πάρει τίποτα ώρες, σε κανένα σχολείο, ή ακόμα και στην ενισχυτική ή πρόσθετη ή όπως στο διάολο και να τη λένε αυτή τη διδασκαλία, θα έκανε και κανένα μάθημα απέξω, -τα μαθηματικά πάντα τα φοβόντουσαν οι μαθητές·κυρίως οι μαμάδες τους- κάτι θα γινόταν. Θα την κουτσοβόλευε. Και μετά θα έβλεπε.
Αποδέχτηκε την πρόταση του φίλου. Πώς αλλιώς; Δεν ήταν και ο μόνος από την παρέα. Όλους σχεδόν τους στρατολόγησε έτσι.

Πρώτη χρονιά σε ένα σχολείο της τεχνικής εκπαίδευσης.
Τι διάολο να κάνω εγώ εκεί;
Και πάλι από επιλογές: αυτό ή ανεργία.
Βλέπεις, μπορεί ο Πρωθυπουργός να έλεγε έχουμε θωρακίσει την οικονομία και άλλα μεγαλόστομα, η κρίση όμως που είχε ξεσπάσει παγκοσμίως και ειδικά στις τράπεζες, ήδη έδειχνε τα δόντια της παντού. Και εδώ.
Ποιος να πει δεν θέλω ετούτο, θέλω το άλλο;
Εκτός κι αν πετούσε στα σύννεφα.
Α, ναι. Ήταν πολλοί, κυρίως πολλές, που πετούσαν στα σύννεφα φτιάχνοντας ροζ πεταλουδίτσες και δεν έβλεπαν αυτό που ερχόταν· αλλά ερχόταν.

Μετά ήρθαν οι εκλογές. Τουλάχιστον για εφέτος είχε προλάβει να χωθεί. Πάλι καλά που έγιναν τον Οκτώβριο και όχι νωρίτερα. Πολύ περίεργα, λιγότερο περίεργα, η χρονιά θα έβγαινε.
Βγήκε.
Όχι ότι δεν αντιμετώπισε προβλήματα στη διάρκειά της.
Και με τους μαθητές, κυρίως με κάτι μαθήτριες που από όσο φαίνεται κανείς δεν τους είχε μιλήσει για αυτοσεβασμό, και με συναδέλφους, κάποιοι βρήκαν την ευκαιρία να ξεσπαθώσουν κυρίως όταν άλλαξε η Κυβέρνηση, αλλά και με τον Διευθυντή. Έναν τύπο άχρωμο, άοσμο, όπως τον είχε χαρακτηρίσει στους φίλους του, που μάλλον ζούσε στον δικό του κόσμο!
Μα δεν βλέπεις άνθρωπέ μου τι συμβαίνει; Δεν βλέπεις ότι ο κόσμος ανατρέπεται; Τι νομίζεις; Προσπαθώντας να κινητοποιήσεις τους καθηγητές και τους μαθητές, επιχειρώντας να βάλεις τυπικό πλαίσιο λειτουργίας, ανοίγοντας τον διάλογο με τους γονείς και τα παιδιά, θα λύσεις κανένα πρόβλημα; Δεν κατάλαβες τι κρυβόταν πίσω από την επίθεση που σου έκανε εκείνος ο γονιός, όταν προσπάθησες να δείξεις ότι μπροστά στα αδιέξοδα, η λύση δεν θα μπορούσε να είναι άλλη, από την περισσότερη δουλειά και τους υψηλότερους στόχους; Αυτός ήδη το είχε πιάσει το νόημα· και οι νεότεροι συνάδελφοι. Κοίτα την πάρτη σου και άσε τους άλλους να κουβαλάνε τα φορτία. Πού νομίζεις ότι μπορεί να οδηγήσει η ιδεολογία της συμμετοχής και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Άμα έχεις τα κονέ το Κράτος θα σε φροντίζει. Αν δεν, τόσο το χειρότερο για σένα.
Και που σταμάτησες τις καταλήψεις; Τι κατάλαβες; Εντάξει μπορεί να έχεις δίκιο, να πρόλαβες κάποια παιδιά από το χειρότερο· σε ένα κατειλημμένο σχολείο, το εμπόριο των ουσιών ανθίζει· ποιος δεν το ξέρει;- αλλά και τι; Τα έσωσες; Πώς τα έσωσες; Αφού, όταν ήρθε η Άνοιξη, όσο και να προσπάθησες να μας φορτώσεις παραπάνω ευθύνες και καθήκοντα, τα επεισόδια έξω από το σχολείο δεν τα απέφυγες. Ξύλο και των γονέων· και η πλάκα ότι το πιο συχνά το μπουνίδι έπεφτε μεταξύ των κοριτσιών!
Πάντως, με αυτά και εκείνα, -αλήθεια, τι ήταν εκείνο πάλι που είχε πει στο σύλλογο, «ας πούμε: βόηθα θεέ μου μη φαγωθούμε μεταξύ μας»; καλά είχαν κάνει και του όρμησαν εκείνες οι κυρίες- η σχολική χρονιά πέρασε.

Θυμάται και την τελευταία ημέρα.
Να βρεθούμε για ένα ποτήρι κρασί, είπε σε όλους ο Διευθυντής. Βρέθηκαν. Αυτός -ο Διευθυντής- και μερικοί άλλοι· όμοιοί του.
Όλοι οι επί συμβάσει πήγαν αλλού. Τι σχέση μπορεί να είχαν αυτοί με τους βολεμένους; Κι επειδή όλοι κάνουν μάθημα στα παιδιά και έχουν ευθύνες γι αυτά; Και; Τι θα πει αυτό; Ίδια προβλήματα έχουν;

Η αλήθεια είναι πως το πρωί, όταν πήρε τους φακέλους στα χέρια του, τους έριξε μια ματιά, αλλά δεν πρόσεξε τα ονόματα. Περισσότερο στάθηκε στις διαδρομές. Αυτές τον απασχολούσαν. Να κάνει όσο γίνεται λιγότερα χιλιόμετρα.
Και η βενζίνη, έστω για το μηχανάκι, είναι πανάκριβη.
Το όνομα το είδε όταν έφτασε στη διεύθυνση που έγραφε ο φάκελος.
Λες; Και το όνομα και το επώνυμο, ίδια; Λες να είναι αυτός; Ο διευθυντής; Ο άχρωμος και άοσμος;

Η μικρή ταραχή, που τον κυρίευσε, ίσως να μην ήταν δικαιολογημένη, αλλά τον κυρίευσε, καθώς έτσι συνήθως συμβαίνει.
Δεν μπόρεσε να την ελέγξει.
Προσπάθησε γρήγορα να σκεφτεί το γιατί· προσπάθησε ακόμα και να σκεφτεί αν θα μπορούσε να αποφύγει τη συνάντηση.
Δεν βρήκε απαντήσεις.
Στο γιατί, ο εαυτός του τού απάντησε μα η δουλειά δεν είναι ντροπή. Σωστά. Δεν είναι. Αλλά τα προδομένα όνειρα, τι είναι;
Όχι δεν έχει να κάνει ο παραλήπτης του φακέλου με την προδοσία των ονείρων. Ούτε και θα έκανε, μάλλον, την παραμικρή νύξη αν ήταν αυτός και τον αναγνώριζε. Από όσο τον είχε καταλάβει, στο χρόνο της συνεργασίας τους, τουλάχιστον σε αυτά δεν ήταν μόνον προσεκτικός, αλλά είχε και ανοιχτές αντιλήψεις.
Δεν είναι λοιπόν το θέμα του τι θα πει αυτός. Το θέμα είναι το τι λέει ο ίδιος στον εαυτό του.
Η συνάντηση με τον πρώην διευθυντή του, είναι πιο πολύ μια συνάντηση με την απογοήτευση που ο ίδιος νιώθει και λιγότερο με τη ντροπή για τη δουλειά που κάνει. Συνάντηση με τα όνειρα που πήγαν στράφι, συνάντηση με τις προσπάθειες που μένουν χωρίς αναγνώριση, συνάντηση με τον εαυτό του που για άλλα ξεκίνησε και αλλού βρέθηκε.

Για το πώς να αποφύγει τη συνάντηση, ντράπηκε να γυρίσει πίσω και να παραδώσει σε άλλον τον φάκελο προφασιζόμενος κάποια αόριστη δικαιολογία.
Ευτυχώς, είχε μαζί το σκουφί, λες, αν είναι αυτός, να το θυμάται που το φορούσα και τότε; Έχει περάσει ενάμισης χρόνος· και το φορούσα μόνον στα κρύα. Θα το φορούσε μέχρι τα αφτιά και ό,τι γίνει.
Όταν έφτασε στη διεύθυνση, έβγαλε το κράνος και πέρασε πάνω στο κεφάλι του τον πλεχτό σκουφί, πριν πλησιάσει στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Στο θυροτηλέφωνο απάντησε γυναικεία φωνή. Αυτό τον ανακούφισε κάπως. Τουλάχιστον με τη γυναίκα του, αν είναι αυτός, δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ.
Η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε ταυτόχρονα με την πόρτα του διαμερίσματος.
Ήταν μπροστά του. Ήταν αυτός. Ο πρώην διευθυντής του.
Άπλωσε το χέρι παρέδωσε τον φάκελο, κάτι του είπε, κάτι άκουσε να του λέει, δεν θυμάται ακριβώς τι, καλημέρισε, και έκλεισε την πόρτα, πατώντας ταυτόχρονα το κουμπί του ισογείου.
Το κουμπί της φυγής.

Με το χέρι απλωμένο και έχοντας σφιχτά τα δάχτυλα πάνω στον φάκελο που μόλις παρέλαβες, σκέφτεσαι ότι ο υπάλληλος της μεταφορικής δεν σου ζήτησε να υπογράψεις ότι τον παρέλαβες.
Όχι δεν σκέφτεσαι αυτό. Σκέφτεσαι ότι αυτή η φωνή σου είναι γνωστή.
Όχι, δεν σκέφτεσαι αυτό. Σκέφτεσαι γιατί εσύ να έχεις το κεφάλι γυρισμένο προς το πάτωμα…
Όχι, δεν σκέφτεσαι αυτό. Σκέφτεσαι πως, νέοι άνθρωποι, έτσι που γίναμε, βγαίνουν για το μεροκάματο και ό,τι νάναι· και καλά κάνουν.
Όχι δεν σκέφτεσαι αυτό. Σκέφτεσαι την απογοήτευση που μπορεί να παίρνει ένας νέος άνθρωπος, όταν τα πάντα γύρω του, του τονίζουν ότι ζει τα αδιέξοδά ενός κόσμου στον οποίο δεν φαίνεται από πουθενά να προβάλλει ελπίδα.
Όχι, δεν σκέφτεσαι καν αυτό. Σκέφτεσαι, γιατί τα κάναμε τόσο σκατά;
Όχι δεν σκέφτεσαι καν αυτό. Σκέφτεσαι ότι μαζί με τα αυτοκίνητα, πολύ πριν από αυτά, αποσύρθηκε, μάλλον βι-ά-στηκε, η αισιοδοξία.
Όχι, δεν σκέφτεσαι ούτε αυτό. Σκέφτεσαι πως δεν μπορεί…
Κάτι θα γίνει τελικά…

Advertisements

2 thoughts on “Όχι, δεν σκέφτεσαι αυτό…

    Darthiir the Abban said:
    Δεκέμβριος 7, 2011 στο 10:10 πμ

    Αναποφάσιστος στη σκέψη, ε;

    marilia said:
    Ιουνίου 2, 2012 στο 9:03 πμ

    Μου ‘λειπθεθ!

    Θνουποφιλάκι τόοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοθο!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s