αγγίγματα. τέλος ( ;)

Posted on Updated on

Ξαπλωμένος δίπλα από τις πόρτες που ανοιγοκλείνουν αυτόματα όταν πλησιάζει πελάτης στην είσοδο του σούπερ μάρκετ, ο σκύλος που έχει εγκατασταθεί εδώ και καιρό.
Από τότε που η οικογένεια που τον φρόντιζε, -αυτός έτσι κι αλλιώς ένας αδέσποτος ήταν· τι περίμενε-, πήρε ένα άλλο μικρό κουτάβι και το έβαλε και μέσα στο σπίτι της.
Όχι· δεν του άφησαν άλλα περιθώρια. Τη διαδρομή από εκεί μέχρι εδώ, την έκανε έτσι κι αλλιώς πολλές φορές. Την ήξερε καλύτερα κι από τους ανθρώπους.
Ήρθε και εγκαταστάθηκε εδώ και ναι, αρνήθηκε πεισματικά να ακολουθήσει την πρώην κυρά του. Όσα και αν του έταξε.
Πώς τάζεις σε ένα σκύλο; Ε δεν του τάζεις. Του δείχνεις, του προσφέρεις, τον αφήνεις να μυρίσει τις σκέψεις σου.
Ο Νέλλος πάντως έμεινε εκεί. Σχεδόν χρόνο παραμένει τώρα, εκεί έξω.
Τον ξέρεις και σε ξέρει κι αυτός και γι αυτό, τώρα που έμπαινες, σου κούνησε την ουρά κι εσύ δεν μπόρεσες να μη του ανταποδώσεις τη χαρά που σου εκδήλωσε· του χαμογέλασες.
Ή έτσι αισθάνθηκες.
Αλήθεια, δεν είναι λίγες οι φορές που τα συναισθήματά σου δεν βρίσκουν τον δρόμο για να γίνουν γραμμές και χρώμα στο πρόσωπό σου. Το συνειδητοποίησες πριν κάμποσο καιρό αυτό.
Ελπίζεις ο σκύλος να οσμίστηκε τουλάχιστον, στη δική σου σκέψη την πρόθεση να τον χαιρετήσεις.
Πώς το έλεγε αυτό που είχες διαβάσει; «Οι σκύλοι μυρίζουν τις σκέψεις των ανθρώπων»
Τις άλλες, τις πολλές, τις ανάκατες, τις σκέψεις που σε συνόδεψαν από τη λεωφόρο μέχρι εδώ, και να τις μύρισε, άντε να βγάλει άκρη.
Εδώ εσύ δεν βγάζεις άκρη.

Μα ποια ήταν η κυρία που συνάντησες προηγουμένως; Ποιος Όμιλος ήταν αυτός για τον οποίο σου μίλησε; Ποιος ήταν ο Γιώργος; Ο Γιώργος μας, που θα έπρεπε εσύ να τον θυμάσαι υποτίθεται από τον Όμιλο;
Γιώργος.. πώς το είπε το επίθετό του; Ζαα.. κάτι.
Μπα δεν έχεις ιδέα.
Σίγουρα σε έμπλεξε με άλλον. Συμβαίνουν αυτά άλλωστε.
Μπορεί να σε είχε δει κάποια άλλη φορά στο δρόμο και θεώρησε ότι σε έβλεπε και αλλού.
Τώρα που το σκέπτεσαι, αν κρίνεις την εικόνα του προσώπου της και το από πού ερχόταν, ίσως να έχει σχέση με εκείνη τη μεγαλοκοπέλα που μένει λίγο πιο πάνω, σε αυτόν τον δρόμο που κατέβηκες κι εσύ για να φτάσεις στη λεωφόρο.
Ναι μοιάζουν, αλλά μπα. Τώρα που φέρνεις τις εικόνες τους στο μυαλό σου, εκείνη, η κοπέλα που μένει στο δρόμο, είναι πιο νέα και πιο καλοβαλμένη. Δηλαδή έχει άλλο αέρα.
Δήμητρα νομίζω τη λένε. Ναι Δήμητρα.
Συναντηθήκατε και χτες το βράδυ στο πεζοδρόμιο καθώς εσύ πήγαινες βόλτα το σκύλο. Την είδες από μακριά, δεν μπόρεσες να καταλάβεις ποια είναι· απλώς κράτησες κοντά σου τον σκύλο. Ζώο είναι, δεν ξέρεις πώς μπορεί να αντιδράσει.
Την αναγνώρισες μόνον όταν ήρθε κοντά, ενώ της χαμογέλασες μαζί με την καλησπέρα που της είπες. Ή τέλος πάντων, ένιωσες ότι της χαμογέλασες· αυτό ήθελες. Πώς να ξέρεις τι γράφτηκε στο πρόσωπό σου και τι ακριβώς είδε εκείνη. Ήταν και μισοσκόταδο.
Άσε που οι άνθρωποι δεν … Μα τι κάθεσαι και σκέφτεσαι τώρα; Άνθρωποι και σκύλοι, οι συμπεριφορές τους δηλαδή, ένα και το αυτό; Είναι δυνατόν;
Πάντως και εκείνη, το ένιωσες ότι σου χαμογέλασε· ή χάρηκε για το συναπάντημα. Μόνον που να, εκείνο το χέλοου που σου απηύθυνε, σού φάνηκε πολύ χαρούμενο και περίεργα οικείο. Σε ξάφνιασε και η αλήθεια είναι πως δεν ξέρεις πού να το αποδώσεις. Δεν έχετε και μεγάλη οικειότητα, ούτε και μιλάτε συχνά. Αν εξαιρέσεις μια φορά σε μια συνάντηση κατοίκων, ποτέ άλλοτε… α και άλλη μια φορά στον επιτάφιο. Αλλά από εκεί και πέρα, εκτός από τυπικές καλημέρες, δεν έχετε πει κάτι ιδιαίτερο.
Αλλά τώρα τι σκέφτεσαι; Πού αφήνεις το μυαλό σου να τρέχει;
Την κυρία που είδες στο δρόμο σκεφτόσουν και τη χειρονομία της να σε ακουμπήσει προσπαθείς να αναλύσεις. Έστω και να διερευνήσεις το ενδεχόμενο να είναι συγγενής με την κοπέλα που σε χαιρέτησε εχτές του βράδυ.
Πώς λοιπόν με βάση αυτή την υπόθεση, γιατί το υποθέτεις, δεν ξέρεις αν είναι αλήθεια, αν υπάρχει όντως σχέση μεταξύ τους, έφτασες ήδη σε συμπεράσματα;
Θα μου πεις, έτσι δεν γίνεται συνήθως; Δεν στήνονται ολόκληρες συστοιχίες συμπερασμάτων πάνω σε μια κατά το μάλλον ή ήττον νεφελώδη υπόθεση και μετά αυτά τα συμπεράσματα χρησιμοποιούνται σαν αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξουν την υπόθεση που τα δημιούργησε;
Εκείνο που είναι σίγουρο, έτσι νομίζεις δηλαδή, τη συγκεκριμένη δεν την έχεις ξαναδεί. Πιθανόν να μη μένει καν εδώ, ίσως απλώς να μην έτυχε να τη συναντήσεις άλλη φορά.
Πόσους άλλους όμως δεν ξέρεις στη γειτονιά σου. Μάλλον πόσους λίγους γνωρίζεις από αυτούς που συναντάς καθημερινά…
Και μένετε τόσα χρόνια εδώ.
Δεν αναρωτιέσαι για τους απλούς ανθρώπους που περιστασιακά βλέπεις να περπατούν στους δρόμους και τα πεζοδρόμια της περιοχής. Αναρωτιέσαι για το πόσο λίγο τους γνωρίζεις, και για τους ανθρώπους που τους θυμάσαι μια ζωή εκεί.
Πόσα λίγα πράγματα γνωρίζεις για τη ζωή τους για τα όνειρά τους, για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν· για τις αγωνίες τους και τον αγώνα που δίνουν καθημερινά.
Κάποτε είχες δικαιολογία να μη τους ξέρεις. Έμενες, μένεις σε αυτή τη γειτονιά, όλες σου όμως οι δραστηριότητες ήταν αλλού.
Πώς να μάθεις τους άλλους και για τους άλλους.
Σαν να σου φαίνεται ότι χωρίς να το καταλάβεις, μέσα στα χρόνια που πέρασαν, άθελά σου ή χωρίς να το συνειδητοποιήσεις, πέρασες από το όσο μπορείς του Καβάφη, στα Τείχη…
Μόνον που τα τείχη τα έχεις σηκώσει γύρω σου μόνος σου.

Αυτή την ίδια αίσθηση, της έλλειψης δεσμών πέρα από τους εντελώς τυπικούς, την ένιωσες, μια φορά, νεοδιόριστος, μέσα στην τάξη. Είχες δώσει στους μαθητές να σχεδιάσουν μια κάτοψη και εσύ στάθηκες για λίγο πίσω και από το τελευταίο σχεδιαστήριο και παρατηρούσες τα σκυμμένα κεφάλια και τα λυγισμένα κορμιά.
Θυμάσαι πολύ καλά τη σκέψη που σου ήρθε αυθόρμητα καθώς το βλέμμα σου παρατηρούσε τους μαθητές:
Ποιοι είναι αυτοί; Τι ξέρω για τα όνειρά τους; Πώς μπορώ σταθώ δίπλα τους στον αγώνα που κάνει ο καθένας τους, πολύ περισσότερο πώς μπορώ να κρατήσω εγώ στα χέρια μου τις ζωές τους, που μου έχουν εμπιστευθεί;

Το χέρι κατεβάζει από το ράφι αυτά που σε έφεραν μέσα σε τούτο το χώρο, ενώ το μάτι ανιχνεύει γα τα επόμενα που υπάρχουν στη λίστα σου.
Το μυαλό όμως συνεχίζει τις δικές του αυτόνομες διαδρομές.
Τώρα το θυμήθηκες. Ή έτσι νομίζεις.
Όχι, είσαι σίγουρος.
Ο οδηγός του ταξί. Που σου φάνηκε γνωστός. Ναι βέβαια πρέπει να ήταν, ήταν, ένα από εκείνα τα παιδιά! Νίκος Στεργίου λεγόταν. Λέγεται δηλαδή. Ναι τον θυμάσαι πολύ καλά. Είσαι σίγουρος.
Ατίθασο παιδί, που μέσα του είχε απορρίψει το σχολείο, αλλά που οι άλλοι είχαν καταφέρει να τον πείσουν ότι το σχολείο είχε απορρίψει αυτόν.
Θυμάσαι, που τότε, σε ένα διαγώνισμα ενώ τον είδες ότι αντέγραφε δεν μίλησες. Και σαν να μην έφτανε αυτό, όχι μόνον έκανες ότι δεν το κατάλαβες, αλλά του έβαλες και άριστα και τον επαίνεσες μέσα στην τάξη. Ήταν ένα πείραμα που ήθελες αποφάσισες να κάνεις για να βεβαιωθείς πρώτα εσύ ότι η σκέψη σου δεν ήταν λανθασμένη.
Ναι, αλλά κι αν αποτύγχανε το πείραμα; Κι αν τελικά αντί να βοηθήσεις το παιδί αυτό του γεννούσες εντελώς αντίθετες ιδέες για τη σχέση του με τις δομές και το Κράτος Δικαίου;
Η αλήθεια είναι πως τέτοιες σκέψεις ούτε η εμπειρία ούτε ο ενθουσιασμός των είκοσι πέντε ετών αφήνουν να σχηματιστούν Τώρα τα σκέφτεσαι, που είσαι εδώ που είσαι…

Δεν θα ξεχάσεις ποτέ τη λάμψη που άστραψε στα μάτια του, όταν ανακοίνωσες τα αποτελέσματα και αποστόμωσες, συνειδητά, τον συμμαθητή του που πήγε να αφήσει υπονοούμενα.
Ούτε θα ξεχάσεις την προσπάθεια που άρχισε να καταβάλλει από εκείνη την ημέρα για να κρατήσει το εικοσάρι, το μοναδικό άριστα που είχε πάρει ποτέ στη ζωή του.
Και το πόσο περηφάνεια έδειχνε όταν τον επαινούσες στον πατέρα του, που ήρθε να πάρει τον έλεγχο. Το ότι δεν είχες σχηματίσει τις καλύτερες εντυπώσεις για τον πατέρα του, δεν χρειάζεται να το ανασύρεις στη μνήμη σου. Σκληρός, αυταρχικός, φαινόταν από πολύ μακριά πως ήταν ένας από τους κύριους υπεύθυνους αν όχι ο μοναδικός, για την κατάσταση του νεαρού. Πρώην χωροφύλακας που η άδεια ταξί, κοίτα πόσα πολλά θυμάσαι, που είχε εξασφαλίσει του είχαν δώσει τη δυνατότητα να αποκτήσει ικανά περιουσιακά στοιχεία, αλλά και να αξιολογεί κοινωνικά συστήματα και συμπεριφορές.
Όχι, το βλέμμα που διασταυρώθηκε με το δικό σου, το βλέμμα του οδηγού του ταξί, όχι, δεν είχε τίποτα από τη λάμψη εκείνης της ημέρας που ανακοίνωσες τα αποτελέσματα…
Δεν θέλεις να το παραδεχτείς, αλλά αν το ψάξεις, πιο πολύ σου θύμισε εκείνον τον πατέρα.
Φυσικό όμως δεν είναι;

Μα πάλι το μυαλό σου κάνει τα δικά του άλματα.
Αλήθεια, πότε το είχες επισημάνει αυτό, -για τα άτακτα και ασυνάρτητα άλματα του μυαλού σου-για πρώτη φορά;
Ήταν εκείνη τη φορά, σε ένα συνέδριο. Και το φεγγάρι ολόφωτο να καθρεφτίζεται μέσα στη θάλασσα…
Εικόνες που έμειναν φυλαγμένες στα πιο βαθιά κατώγια της ψυχής.

Η συσκευασμένη ζάχαρη που κατέβηκε από το ράφι στο καλάθι που έχεις περασμένο στο χέρι, σε ξανάφερε πίσω από τις σχολικές αίθουσες στη σημερινή πραγματικότητα.
Πόσο ανάγκη ένιωσες ότι είχε εκείνο το χέρι να πιαστεί από κάπου;
Πόσο ανάγκη έχει ένα χέρι μόνο, να βρει ένα αποκούμπι.
Κι ας μην είναι πάντα ένα γερά θεμελιωμένο στήριγμα. Ας είναι ένα ραβδί που μπορεί να λυγίζει, ή ένας λόγος που απλά θα έρθει να χαϊδέψει για λίγο το συννεφιασμένο πρόσωπο.

Παρόλο που το άγγιγμα ήταν στιγμιαίο, παρόλο που η φωνή όταν αναρωτιόταν μα καλά γιατί δεν θυμάστε, ήταν ανάμεσα στο ράγισμα και την ειλικρινή έκπληξη, το μήνυμα που ακουγόταν, είσαι σίγουρος, έφτασε μέσα σου πολύ δυνατό.
Σχεδόν σαν κραυγή.
Υπάρχω. Θέλω να υπάρχω. Πιο πολύ όμως θέλω να ελπίζω ότι θα έχω κάπου να στηριχτώ. Να ελπίζω ότι μπορεί να υπάρξει ένα χέρι που θα μπορούσε, αν το χρειαστώ να μου προσφέρει μια βοήθεια, ένα στήριγμα.
Να γίνει μια συντροφιά.

Όχι, δεν ξέρεις πώς να αντιμετωπίσεις τέτοιες καταστάσεις. Ούτε και θα ήθελες δηλαδή.
Ακόμα κι αν σε ρωτούσαν, δεν νομίζεις ότι θα είχες μια απάντηση να δώσεις.
Ο κόσμος γύρω τρέχει στους δικούς του ρυθμούς. Μαζεμένοι σε πλήθος, ο καθένας βιώνει τη δική του μοναξιά.
Όχι δεν ξέρεις.
Δεν ξέρεις αν ένα άγγιγμα, ένας ψίθυρος, το καθρέφτισμα του φεγγαριού στη θάλασσα, ένα χειρόγραφο στολισμένο με εικόνες μιας μοναχικής ζωής, αν το θρόισμα των φύλλων στην ανάσα του αέρα, μπορεί να γίνει αφορμή για το σπάσιμο της αλυσίδας.
Αν θα καταρρεύσουν οι τοίχοι των φυλακών που το θολό και απροσδιόριστο μέλλον ορθώνει.

Με τα ψώνια κρεμασμένα στο χέρι, προχώρησες προς την έξοδο.
Η γυάλινη πόρτα άνοιξε αυτόματα.
Από το φως των λαμπτήρων νέον, βγήκες στον παγωμένο ήλιο, με τα ψώνια κρεμασμένα στο χέρ.
Ο σκύλος, ακόμα ξαπλωμένος στη θέση του, τούτη τη φορά δεν περιορίστηκε στο να σου κουνήσει την ουρά. Γύρισε και ανάσκελα με κεκαμμένο το πόδι για να δεχτεί τα χάδια σου.
Φυσικά, του έκανες το χατίρι.
Εσύ;
Ή, εκείνος, ήθελε κάτι να σου πει;

Advertisements

3 thoughts on “αγγίγματα. τέλος ( ;)

    marilia said:
    Δεκέμβριος 4, 2011 στο 7:21 μμ

    Αυτά τα κείμενα ένα βιβλίο τα προκάλεσε; !!!!!

    Θνουποφιλί μεγάλο!

    Sotiris Kanell. responded:
    Δεκέμβριος 4, 2011 στο 8:11 μμ

    marilia μου, όχι..
    Ένα .. άγγιγμα.. 🙂
    Μεγάλλο θνουποφιλάκι κι από εμένα… :

    assimina said:
    Δεκέμβριος 25, 2011 στο 8:55 πμ

    ωραία!
    πρωί Χριστουγέννων 2011, δάκρυσα πλήρης συναισθημάτων

    Χρόνια Πολλά!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s