από το μπαλκόνι· πάλι το …

Posted on Updated on

Συνήθειο που της είχε μείνει από τη συχωρεμένη τη μάνα της.
Όταν έφευγε ο επισκέπτης από το σπίτι και τον ξεπροβόδιζε, μετά, καθόταν στη βεράντα και τον παρακολουθούσε μέχρι που έφτανε το μάτι.
Πολλές φορές τον σταύρωνε κιόλας μην έχει κακά συναπαντήματα. Η μάνα της βέβαια και όχι η ίδια.
Κι εκείνη, η μάνα της, από τη βάβω της το είχε πάρει.
Έτσι και τώρα λοιπόν, που η μεγάλη αδελφή απόσωσε την επίσκεψή της, και η Δήμητρα την ξεπροβόδισε μέχρι το πλατύσκαλο και τη διπλοφίλησε, βγήκε στο μπαλκόνι για να την παρακολουθήσει.
Πού πια αυλές και βεράντες με βασιλικούς και δυόσμους. Πάλι καλά που στη δική τους τη ζαρντινιέρα, σε μια γωνιά της δηλαδή, είχε φυλάξει δυο ρίζες κατιφέδες και λίγη μαντζουράνα. Άρεσε πολύ στον πατέρα να χαϊδεύει τη μαντζουράνα και κάποιες φορές να της μιλάει κιόλας.

Δεν θα πήγαινε και πολύ μακριά βέβαια. Δυο τετράγωνα κάτω από την κεντρική λεωφόρο, αλλά ένας λόγος παραπάνω. Έπρεπε, για να φτάσει σπίτι της, να διασχίσει αυτή την κεντρική λεωφόρο· και φανάρι δεν υπήρχε. Ούτε καν διάβαση δηλαδή. Το φανάρι είναι ένα τετράγωνο παραπέρα, από συνήθεια όμως όλος ο κόσμος περνούσε από εκείνο το σημείο.
Παλιά, αρκετά παλιά, όταν λειτουργούσε ο ιππόδρομος στην περιοχή και εδώ πιο πάνω ήταν οι στάβλοι, από το ίδιο σημείο περνούσαν οι ιπποκόμοι κρατώντας τα άλογα από τα γκέμια. Ιπποκόμοι· αλογάδες τους έλεγαν στη γειτονιά. Αλογάδες για να τους ξεχωρίζουν από τους αλογομούρηδες, εκείνους που είχαν μανία να παίζουν στον ιππόδρομο. Και να χάνουν, από το περιεχόμενο του πορτοφολιού τους, μέχρι τα ίδια τους τα σπίτια. Και τις γυναίκες τους.

Η Βάσω είχε έρθει από νωρίς. Να πιουν τον καφέ τους και να τα πούνε. Τι να έκανε κι εκείνη μόνη στο σπίτι.
Από τότε που έχασε τον άντρα της, τον Γιώργο, έχει αρχίσει να καταπέφτει.
-Μα τι κάνεις; Γιατί παράτησες τον εαυτό σου; Η ζωή δεν τέλειωσε για σένα. Κακό πολύ κακό που χάσαμε τον Γιώργο, αλλά η ζωή συνεχίζεται. Σε χρειάζονται, σε χρειαζόμαστε όλοι. Σε παρακαλώ βρε Βάσω μην παρατάς τον εαυτό σου. Εσύ, που ήσουν το φιγουρίνι στην άλλη γειτονιά που μέναμε, δεν μπορείς να εγκαταλείπεις τον εαυτό σου. Επιτέλους. Βγες και λίγο πιο έξω. Ξαναπήγαινε στον Όμιλο. Έχεις τόσους φίλους εκεί. Κάνε κάτι.
Τέτοια της έλεγε συνήθως δηλαδή, τέτοια της είπε και σήμερα, πριν πιάσουν να συζητάνε για τα καθημερινά, για τα χαΐρια της προκομμένης της ανιψιά της, για τα τσιλιπουρδίσματα του ανιψιού της, -παιδιά και τα δυο της Βάσως- για τα όνειρα που κάνανε μικρές. Όνειρα και επιθυμίες που είτε έμειναν ανεκπλήρωτες είτε ξεχάστηκαν γιατί η καθημερινότητα που έχει τη δική της σκούπα, τα θεώρησε εμπόδια στο διάβα της.

Την είδε που κονταστάθηκε στην ένωση του δρόμου με τη λεωφόρο. Η κίνηση ήταν αρκετή, όχι όμως όπως τις άλλες ημέρες.
Δίπλα της ήρθε και στάθηκε για να περάσει κι αυτός απέναντι· ο γείτονας· γνωστός σε όσους μένουν χρόνια εκεί.
Σαν να βάρυνε λίγο. Και τα μαλλιά του… όμως του δίνουν γοητεία. Κοίτα άρχισε κι αυτός να ντύνεται βαριά. Η Βάσω δεν τον ξέρει πως να τον ξέρει; Εκείνη έμεινε ελάχιστα σε αυτή την περιοχή. Σκέψεις που συντρόφεψαν ένα αμυδρά γλυκό χαμόγελο που φώτισε για λίγο το πρόσωπό της.
Μόλις εγκατασταθήκανε οικογενειακώς σε αυτή την περιοχή, η Βάσω παντρεύτηκε τον καλό της και έφυγε. Η Δήμητρα και οι γονείς τους, έμειναν όλα αυτά τα χρόνια εκεί. Αρχικά στο μικρό σπίτι που είχαν αγοράσει και μετά σε ένα από τα διαμερίσματα που πήραν όταν έδωσαν το σπίτι για αντιπαροχή.
Τον Μιχάλη όμως, εκείνη, η Δήμητρα, τον ξέρει. Παλιός γείτονας, πολύ πιο παλιός κάτοικος της περιοχής, μεγάλωσε μαζί με την περιοχή, όπως την πληροφόρησαν χαρακτηριστικά άνθρωποι που τον ήξεραν από μικρό παιδί. Όταν εκείνη τον γνώρισε ήταν ωραίος νέος.
Δυνατό σώμα, έντονο περπάτημα, μαλλί σκούρο και πυκνό, κινήσεις που τραβούσαν το μάτι κι ας μην το ήθελες..
Μια περίοδο μάλιστα, τότε που εκείνη ήταν στο πτυχίο της Νομικής και ο Μιχάλης είχε τελειώσει και το στρατιωτικό του, τα καλημερίσματά τους ήταν αρκετά συχνά.
Δεν το έκρυψε από τον εαυτό της ποτέ. Ναι, τον είχε ερωτευτεί!
Δεν θυμάται πότε!
Και δεν τη νοιάζει να θυμηθεί.
Εκείνο που τη νοιάζει είναι αυτό που ζει.
Που δεν μπορεί να κουλαντρήσει…

Πολλές νύχτες ξαγρύπνησε κοιτώντας το φεγγάρι ψάχνοντας να βρει στην πότε χαμογελαστή και πότε κρυμμένη πίσω από τα σύννεφα σελήνη κάποιο σημάδι του εκεί να της χαμογελά· ενώ κάποιες άλλες φορές, το μαξιλάρι υγράνθηκε από τα δάκρυα, που καθώς το ξέρει, έχουν τον δικό τους δερβέναγα και τρέχουν έτσι, επειδή εκείνος τα προστάζει.
Φυσικά αυτός ποτέ δεν το έμαθε ποτέ. Ούτε και θα το μάθει.
Και κανείς άλλος.
Μόνον μια φορά, σε μια στιγμή αδυναμίας, μίλησε γι αυτόν στην κολλητή της από τα μαθητικά θρανία, την Τζίνα.
Πίνοντας οι δυο τους καφέ στην παραλία τον είδαν να περνάει και τον συζήτησαν μετά τον χαιρετισμό που είναι η αλήθεια, εκείνη τον επιδίωξε.
Χωρίς να μπει σε λεπτομέρειες, της είπε ότι τον βρίσκει πολύ συμπαθητικό και σοβαρό. Τίποτα άλλο.
Τώρα τι κατάλαβε η Τζίνα, εκείνη το ξέρει. Μπορεί και ό,τι θα φανταζόταν αυτή στη θέση της φίλης της, μπορεί όμως και όχι.

Όχι· δεν μπορεί να πει ότι αυτός, ο έρωτάς της δηλαδή γι αυτόν, ήταν η αιτία που εκείνηδεν παντρεύτηκε. Άλλωστε, η δουλειά της την συνεπήρε πολλές φορές και ήταν ευχαριστημένη με τον κύκλο των συναδέλφων της. Δόξα τω Θεώ το δικηγορικό της γραφείο έχει την πελατεία του, και μάλιστα στέκει καλά στα πόδια του, παρά την κρίση και εκείνη τα χειρίζεται όλα πολύ καλά. Τόσο που να μπορεί να πάρει μια άδεια από τον εαυτό της για να πιει έναν καφέ με την αδελφή της.
Δηλαδή, χτες που τηλεφωνήθηκαν εκείνη το πρότεινε και μάλιστα της πρότεινε να πάνε κάπου έξω, στην παραλία ίσως, αλλά όπως το περίμενε, η Βάσω δεν το δέχτηκε. Η μεγάλη της υποχώρηση ήταν να πιουν τον καφέ, εδώ στο σπίτι της.

Αλλά τώρα τι να λέει η Βάσω με τον Μιχάλη;
Περιέργεια ή ζήλια;
Αν ήξεραν και οι δυο. Αν μπορούσαν να δουν το βλέμμα της να τους παρατηρεί. Μια μικρή υποψία ζήλιας, για την τύχη της αδελφής της, αλλά και πολύ μεγάλη δόση τρυφερότητας για εκείνον που φώτισε τόσες από τις νύχτες της, που τη συντροφεύει στις ηθελημένες μοναξιές της, που είναι στο πλάι της, κι ας το αγνοεί ίδιος, όταν πασχίζει να δώσει σχήμα στα συναισθήματά της και χρώμα πάνω στον καμβά ή όταν μουτζουρώνει σελίδες με ποιήματα που ποτέ δεν θα τα δουν τα μάτια για τα οποία γράφτηκαν.

Μα τόση οικειότητα, που να του πιάνει το χέρι; Πώς; Το μικρό φιδάκι της ζήλιας, έκανε την εμφάνισή του, για να δώσει τη σιγανή τσιμπιά του.
Πόσο θα ήθελε να είναι αυτή στη θέση της αδελφής της.
Έστω για να τον αγγίξει, όπως τελικά έκανε το χέρι της αδελφής της.
Να τον αγγίζει.
Μόνον;
Να το πάρει αγκαλιά και να σφιχτεί επάνω του, θα ήθελε -και μόνον σε αυτή τη σκέψη σύγκορμη τραντάχτηκε- αλλά έστω κι αυτό το άγγιγμα θα της ήταν τώρα αρκετό.

Ταξίδεψε πολύ για να τον βγάλει από το μυαλό της. Βγήκε με πολλούς συναδέλφους, αλλά και φίλους, για να καταφέρει να τον απομακρύνει από τη σκέψη της. Αδύνατον.
Το κενό στην καρδιά της δεν μπορούσε να το γεμίσει τίποτα και κανένας.
Κανένας άλλος· αλλά ούτε και αυτός, αφού δεν τον είχε…
Στο θέατρο, φανατική θεατρόφιλη, άφηνε τον εαυτό της να ταυτιστεί με τους πρωταγωνιστές κάθε φορά που έβλεπε έργο στο οποίο ο μονομερής έρωτας έμενε χωρίς ανταπόκριση. Στο σινεμά το ίδιο.
Ντρέπεται που το σκέπτεται, αλλά ναι, πολλές φορές βρέθηκε με ένα Άρλεκιν ή ένα Βίπερ Νόρα στο χέρι, κι ας τα κορόιδευε όταν άκουγε φίλες της να μιλάνε γι αυτά.
Και δεν ξέρει καν γιατί όλο αυτό. Δεν είναι δα ο πιο ωραίος· ούτε στους επιτυχημένους θα τον τοποθετούσες. Δηλαδή τι επιτυχία να έχει ένας δάσκαλος; Άντε να τον ερωτευθεί καμιά μαθήτριά του, ή να καταφέρει, με τις γνωριμίες του, να εκλεγεί Δήμαρχος στο χωριό του. Σιγά. Αν έψαχνε για επιτυχημένους, είχε από τόσους να διαλέξει. Πετυχημένοι και με κύρος ,ακόμα και με διεθνή αναγνώριση, έπεφταν στα πόδια της έτοιμη να της προσφέρουν ό,τι θα τους ζητούσε.
Εκείνη όμως εκεί. Στον Μιχάλη.
Στον πρώτο έρωτά της. Και τελευταίο από όσο φαίνεται.

Είναι μερικά πράγματα στη ζωή που δεν μπορείς να τα παλέψεις.
Και αυτό είναι ένα από αυτά.
Και πρέπει να το παραδεχτεί. Ζει με αυτόν τον ανεκπλήρωτο έρωτα. Ζει γι αυτόν τον ανεκπλήρωτο έρωτα.
Και ανομολόγητο.
Αλλά και πώς να το ομολογήσει; Πώς; Σε ποιον;
Μια δυο φορές που μιλήσανε κάπως περισσότερο οι δυο τους, δεν μπορεί να πει, και ευγενής ήταν και ζεστός. τρυφερός της είχε φανεί, αλλά είχε απορρίψει αυτόν τον χαρακτηρισμό. Πώς τρυφερός μαζί της; Γιατί;
Θυμάται εκείνη την φορά, -όλες τις φορές τις θυμάται, αλίμονο να μη θυμάται την κάθε στιγμή αφού όλες της οι στιγμές είναι αφιερωμένες σε αυτόν- που στάθηκαν πλάι στην περιφορά του επιταφίου. Το Ω γλυκύ μου Έαρ, έγινε από τότε το μέλος που γεμίζει κάθε γωνιά της ψυχής της. Και την άλλη, εκείνη που βρέθηκαν σε μια συνάντηση των κατοίκων της περιοχής. Εκείνος μόλις είχε επιστρέψει από ένα ταξίδι του στο Παρίσι-για επαγγελματικούς λόγους της είχε τονίσει- και εκείνη βρήκε την αφορμή να αναπολήσει βόλτες στη Μονμάρτρη μπροστά στο Πάνθεον, έξω από την Νοτρ Νταμ.
Βόλτες που τον είχε δίπλα της, που ήταν κλεισμένη μέσα στην αγκαλιά του.
Ένα βράδυ, με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί μπροστά της, σε ένα μπιστρό στη Μπουλεβάρντ Σαιν Μισέλ…
Όχι βέβαια· τίποτα από αυτά δεν τόλμησε να ξεστομίσει. Τι να του πει; Για τις επιθυμίες της και τα ανεκπλήρωτα όνειρά της; Για τις ατέλειωτες ώρες που έχει περάσει στο πλάι του; Για τον μεγάλο έρωτα που ζούσε;
Θα την περνούσε για τρελή ο άνθρωπος και θα είχε δίκιο.
Της έφτανε που άκουγε εκείνον να μιλάει και να λέει κάτι για υπουργείο παιδείας της Γαλλίας και της Ελλάδας, για επιτροπές και άλλα ανάλογα της δουλειάς του. Μόνον κάποια στιγμή που ξέφυγε από τα συνηθισμένα, άλλαξε την κουβέντα και της είπε για μια βόλτα στις όχθες του Σηκουάνα, που δώρισε στον εαυτό του, μια ημέρα που έβρεχε· εκείνη μονομιάς βρέθηκε στο πλάι του, ακουμπώντας απαλά το κεφάλι της στους ώμους του. Πόσο τη δρόσιζε το ψιλόβροχο που τους νότιζε τα μαλλιά και τα ρούχα δίπλα από τα γαλήνια νερά του ποταμού…

Περάσανε απέναντι. Κάτι λένε. Όχι, δεν μοιάζει να λένε κάτι έξω από τα τυπικά.
Όλα είναι όπως πριν.
Η Βάσω χάθηκε στο βάθος του δρόμου.
Η Μιχάλης πάλι όχι. Ήταν εκεί, όπως πάντα. Δίπλα της. Με τα χέρια του περασμένα γύρω από τους δικούς της ώμους…

Η Δήμητρα μπήκε στο δωμάτιο, έκλεισε τη μπαλκονόπορτα, τράβηξε τις κουρτίνες και κάθισε στο γραφείο της.
Μπορεί να είχε να διαβάσει εκείνη τη δικογραφία για την απαλλοτρίωση του οικοπέδου της οικογένειας Ζησιάδη, εκείνη όμως προτίμησε να ανοίξει το μικρό σημειωματάριό της και να αρχίσει να σχεδιάζει εικόνες από τη ζωή που δεν μπορεί να ζήσει.
Εικόνες από τη ζωή που ζει μόνον εκείνη…

Advertisements

3 thoughts on “από το μπαλκόνι· πάλι το …

    Darthiir the Abban said:
    Δεκέμβριος 1, 2011 στο 6:24 μμ

    Ε μα πες το βρε κοπελιά κι εσύ που το κρατάς επτασφράγιστο μυστικό!
    Αυτή η μυστικοπάθεια θα σε φάει!

    Sotiris Kanell. responded:
    Δεκέμβριος 1, 2011 στο 10:12 μμ

    Darthiir είδες;
    Πώς να προκόψει μετά; ε;

    marilia said:
    Δεκέμβριος 4, 2011 στο 7:06 μμ

    τςτςτς!

    Η… δασκάλα του διπλανού μπλογκ
    χαχαχαχαχαχαχα! Θνουποφιλίιιιιιιιιιιιιιιι!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s