το άγγιγμα (από την άλλη πλευρά)

Posted on Updated on

Γιατί με κοιτάζει έτσι; Δεν του θυμίζω τίποτα;
Αυτός δεν είναι; Αυτός δεν ερχόταν στον όμιλο των ερασιτεχνών αλιέων; Βέβαια έχω καιρό να τον δω.
Σάματις πάω κι εγώ;
Από τότε που έφυγε ο Γιώργος μου, δεν σημαίνουν τίποτα πια όλα αυτά για εμένα.
Αλλά γιατί με κοιτάζει έτσι;
Ας του μιλήσω:
-Τι κάνετε;
Μα πώς μου απάντησε έτσι απρόσωπα;
-Kαλά, εσείς;
Δεν με γνώρισε ή κάνει ότι δεν με γνωρίζει;
Και τότε βέβαια, στον Όμιλο δεν ήταν ιδιαίτερα διαχυτικός. Με το ζόρι τού έπαιρνες μια λέξη. Πάλι καλά που έλεγε μια καλημέρα όταν ερχόταν και ένα γεια σας, όταν έφευγε.
Ενώ ο Γιώργος μου, άλλος άνθρωπος. Ανοιχτός. Έξω καρδιά. Με το χαμόγελο, με τον καλό λόγο στο στόμα για όλους. Όχι βέβαια ότι χαριζόταν σε κανέναν. Όταν χρειαζόταν, όποιου τα ήθελε ο απαυτός του, του τα ‘σουρνε κανονικά. Δεν το είχε τίποτα να του κατεβάσει καντήλια χριστοπαναγίες και όλους τους αγίους, όταν ο άλλος πήγαινε γυρεύοντας.
Γι αυτό άλλωστε τον αγάπησα.
Γιατί ήταν ανοιχτόκαρδος και άντρας. με τα όλα του.
Τον ξεχώρισα από όλους τους άλλους, και δεν ήταν λίγοι, αυτοί που με περιτριγύριζαν.
Ποιον να πρωτοθυμηθώ; Εκείνο τον ποδοσφαιριστή; Έπαιζε κι αυτός κι αδελφός του στη μεγάλη ομάδα της περιοχής. Τον άλλον, τον γαλονά; Τον απέναντι που περνούσε με το αμάξι ξεσκέπαστο;
Μα ήμουν κι εγώ πολύ όμορφο κορίτσι. Όλη η γειτονιά, ποια γειτονιά, όλη η περιοχή είχε να κάνει με εμένα.
Και η αδελφή μου δεν λέω καλή ήταν όμως, όχι δεν ήταν σαν κι εμένα.
Φρόντιζα κι εγώ όμως τον εαυτό μου. Τον πρόσεχα. Ανύπαντρη ακόμα βέβαια, και παρά τις οικονομικές δυσκολίες, φρόντιζα ιδιαίτερα το ντύσιμό μου.
Η Πέπυ, η κοπέλα, που είχε την μπουτίκ στον ίδιο δρόμο με το μαγαζί που εργαζόμουν, με ειδοποιούσε όταν της έφερναν κάποιο καινούργιο κομμάτι. Αυτό είναι μόνον για σένα, μου τόνιζε και μου έκλεινε συνωμοτικά το μάτι. Στο κράτησα.
Φυσικά τα πλήρωνα καλά. Ποτέ δεν έκανα παζάρια. Με είχαν μάθει έτσι από το σπίτι. Το καλό το πράγμα το πληρώνεις, μου έλεγε ο συχωρεμένος ο πατέρας μου.
Μπα σε καλό μου. Όλους τους συχωρεμένους σκέπτομαι σήμερα.
Ωραίο κορίτσι η Πέπυ, καλή της ώρα· -μα ναι ζει. Έμαθα γι αυτή τις προάλλες από μια κοινή φίλη-, αλλά κι εκείνη το παραδεχόταν δεν έπιανε μία μπροστά μου. Και καλό κορίτσι, αν και δεν ήταν να της παραέχεις εμπιστοσύνη. Θα ξεχάσω εγώ πώς με κοίταζε όταν πρωτόπιασα δουλειά; Θεώρησε, ως φαίνεται, ότι θα της άρπαζα τον γκόμενο. Παντρεμένος ο αφεντικός μου, ε δεν άφηνε ευκαιρία να μην αρτυσθεί. Και το κατάλαβα αμέσως, με την Πέπυ … αρτυζόταν συχνά. Σιγά όμως, που θα πήγαινα εγώ με παντρεμένο. Η Πέπυ ας έκανε ό,τι τη φώτιζε ο Θεός, αλλά όχι και να του βάζει λόγια να με διώξει. Όταν μετά είδε ότι εγώ δεν ενδιαφερόμουν, δεν ήμουν ανταγωνίστρια, άρχισε κι εκείνη να μαλακώνει. Μέχρι που στο τέλος γίναμε και φίλες.
Όμορφα χρόνια εκείνης της δεκαετίας.
Τον Γιώργο τον γνώρισα τότε. Σε μια προεκλογική συγκέντρωση. Είχαμε πάει να ακούσουμε τον Αντρέα. Είχαμε τρελαθεί όλες. Με τον Αντρέα βέβαια όχι με τον Γιώργο. Τον δικό μου, όχι τον γιο του Αντρέα. Μπλέχτηκα.
Σιγά μήπως ο δικός μου είχε καμιά σχέση με τον Γιωργάκη. Συγχώραμαι αν είσαι κάπου και με ακούς που σε σύγκρινα με αυτό το απολειφάδι.

Αλλά ετούτος εδώ, θέλει να περάσει απέναντι. Ευτυχώς τα αυτοκίνητα σταμάτησαν.
Τελευταίο αυτό το ταξί που πέρασε βιαστικά μπροστά μας.
Όχι και να δεχτώ το χέρι του για να ανέβω στο διάζωμα. Τι με πέρασε.
Κάνει πώς δεν με θυμάται, γιατί είμαι σίγουρη ότι με έχει θυμηθεί και θέλει να μου το παίξει και ευγενής. Μπορεί γιατί δεν ήρθε στην κηδεία του συχωρεμένου. Δηλαδή δεν θυμάμαι να ήρθε.

Στριμωχτά είμαστε εδώ πάνω, ανάμεσα στις πικροδάφνες, αλλά δεν γίνεται κι αλλιώς.
Με ρωτάει ξανά τι κάνω. Δηλαδή τι περιμένει να του απαντήσω;
Τώρα δε μιλάει καθόλου. Γιατί δεν μιλάει; Τι να σκέπτεται;
Πάντως να με φλερτάρει αποκλείεται. Δεν του κάνω. Το είδα στα μάτια του. Όχι ότι με ενδιαφέρει κιόλα.
Χήρα γυναίκα εγώ, κι αυτός χοντρός και ασπρομάλλης, θε μου σχώραμε.
Φταίω εγώ που τον πλησίασα να του μιλήσω.
Τον άγγιξα και στο χέρι.
Πάνω από το μπουφάν του, πάντως.
Δεν ξέρω γιατί τόκανα. Μάλλον μου φάνηκε ότι έτσι θα με θυμόταν. Θα με ρωτούσε για τον Γιώργο μου. Τίποτα αυτός όμως. Μόνον με ρώτησε τι κάνω.
Τι να κάνω; Ζω τη μοναξιά μου και την πηγαινοφέρνω μέχρι της αδελφής μου. Άντε και καμιάς φίλης αραιά και πού.
Τώρα που άρχισα να βγαίνω, είναι η αλήθεια δεν με κρατάει το σπίτι.
Τι να κάνω μόνη μου μέσα στους τέσσερις τοίχους; Μου λείπει πολύ ο Γιώργος.
Τα παιδιά μας, -πρέπει να συνηθίσω να λέω τα παιδιά μου, αφού ο Γιώργος δεν είναι πλάι μου πια. Θεέ μου πώς να το συνηθίσω κάτι τέτοιο- πήραν τον δρόμο τους προ πολλού.
Όχι δεν έχω παράπονο, αλλά δεν έχω και ένα χέρι να πιαστώ. Κι αν μου τύχει τίποτα;
Ναι· γι αυτό του άγγιξα το χέρι λίγο πριν. Να δω αν μπορεί να υπάρχει και για μένα ένα χέρι να κρατηθώ. Φυσικά όχι αυτουνού. Αυτός ούτε που το κατάλαβε. Κοίταζε με βλέμμα απλανές ακόμα και το ταξί που πέρασε, λες και περίμενε να δει τι; Κανένα φάντασμα στη μέση της λεωφόρου, μεσημεριάτικα; Αλλά ναι, τέτοιος ήταν. Τον θυμάμαι καλά από τον Όμιλο.
Και σε κάτι συνελεύσεις· όλο αρπαζόταν. Κοκκίνιζε και φώναζε.
Μάταια οι άλλοι προσπαθούσαν να τον συγκρατήσουν.
Μόνον τον Γιώργο μου άκουγε. Τον φοβόταν μάλλον. Δν εξηγείται αλλιώς δηλαδή.
Αχ ο Γιώργος μου. Είχε ένα χέρι.
Δεν ντρέπομαι να το πω· με βαρούσε. Δηλαδή όχι πολύ ούτε συχνά. Καμιά σφαλιάρα όταν θύμωνε πολύ. Δεν μπορούσε, έλεγε, να υποφέρει τη γκρίνια μου. Δεν τον συνεριζόμουν. Ήξερε εκείνος. Άντρας ήταν άλλωστε. Μερικά πράγματα τού τα συγχωρούσα.
Θύμωνα από μέσα μου και μια φορά μάλιστα δεν άντεξα και απείλησα να του πετάξω ένα τασάκι, αν θα ξανασήκωνε το χέρι του επάνω μου. Και θα το έκανα. Δεν με συγκρατούσε τίποτα εκείνη την ώρα.
Το κατάλαβε τότε και ζήτησε συγνώμη. Δηλαδή τι παράδειγμα δίνεις στα παιδιά μας, του πέταξα όταν ηρεμήσαμε λιγάκι.
Τη θυμάμαι σαν και τώρα τη στιγμή.
Και εκείνος ήξερε να υποχωρεί, όχι συχνά βέβαια, αλλά κι εγώ ήξερα να κάνω τους ελιγμούς μου.
Πετάριζε το μάτι του συχωρεμένου. Δεν άφηνε θηλυκό που να μην το εξετάσει. Από ακτίνες Χ τις περνούσε όλες. Τώρα τελευταία, το συνήθειο δεν κόβεται, τον είχε πάρε στο ψιλό και ο γιος μας που τον έβλεπε να μην αφήνει ούτε θηλυκή γάτα να περνάει χωρίς να την εξετάζει. Ρε πατέρα, τις σκανάρεις όλες, του πετούσε γελώντας.
Όχι ότι ο μικρός είναι καλύτερος δηλαδή από τον πατέρα. Αλλά άλλη η δική τους η γενιά. Κάθε γενιά είναι άλλη βέβαια. Τούτος εδώ, όλο πίσω από το φουστάνι βρίσκεται, αλλά όχι και να κολλήσει πάνω σε καμιά. Έχει και πολλές επιλογές. Κυνηγός, σαν τον πατέρα του. Κυνηγός σαν τον πατέρα του αυτός, αλλά το κυνήγι τώρα είναι αλλιώς. Τώρα τις βλέπω, μου τις φέρνει, πολλές τον κυνηγάνε εκείνες· όχι ότι αυτός νιώθει άβολα. Αλλά άλλες καταστάσεις.
Με τον πατέρα του ήταν αλλιώς. Γνήσιος κυνηγός και με την καραμπίνα, τον άκουγα να λέει στον γαμπρό μου και μπατζανάκη του, πάντα ετοιμοπόλεμη. Όχι, όχι μπροστά μου. Δεν τα έλεγε μπροστά μου. Τηρούσε τα προσχήματα. Αλλά τι δεν τα άκουγα; Δεν τα έβλεπα;
Φυσικά και τα έβλεπα. Πολλές φορές καθόμουν δίπλα του μπας και τον συνετίσω, αλλά πού εκείνος. Ήταν τότε που του έλεγα, μα τι κοιτάς σ’ αυτήν Δεν βλέπεις τα χάλια της; Άλλες φορές βέβαια του έλεγα ορίστε, να αυτή είναι ωραία γυναίκα.
Μα δεν κρατάς τον άντρα με τις φωνές και τις ζήλιες. Το είχα καταλάβει καλά ΄όλα αυτά τα χρόνια.
Μου τα έλεγε και η γιαγιά Μυρσίνη. Παιδί μου, φρόντιζε το στομάχι και το κρεβάτι του, μου έλεγε γελώντας πονηρά. Όλα τα άλλα θα τα κουμαντάρεις χωρίς δυσκολίες.

Ιππότης. Με αφήνει να περάσω μπροστά κάνοντας αυτός λίγα και μικρά βήματα. Πότε απόκτησε αυτούς τους ευγενικούς τρόπους; Στον Όμιλο ένας άξεστος ήταν. Η γαϊδουριά προσωποποιημένη.
Και με χαιρέτησε με ευγένεια.
Μήπως δεν είναι αυτός; Μήπως είναι κάποιος άλλος και τον έμπλεξα;
Αλλά και τι μ’ αυτό;
Όποιος και να ήταν, και μακάρι να μην ήταν ο στριμμένος από τον Όμιλο, δεν ξέρω γιατί, αλλά με έκανε και ένιωσα κάπως ζεστά.
Σαν, ήμαρτον θεέ μου, σαν να μη μου έλειπε για μια στιγμή ο Γιώργος.
Σαν να μπορεί, -μα μπορεί; είναι δυνατόν;- σαν να μπορεί να υπάρξει ένα χέρι που θα μπορούσε, αν το χρειαστώ να μου προσφέρει μια βοήθεια, ένα στήριγμα. Να γίνει μια συντροφιά.
Ίσως θα πρέπει να πάω και στης Λίνας της κομμώτριας. Εντάξει, μπορεί το μάτι του να μην έπαιζε σαν του Γιώργου μου, όμως τον είδα· κοίταξε τα μαλλιά μου.
Τα έχω αφήσει απεριποίητα τόσον καιρό.
Ποια; Εγώ.

Ευτυχώς πρόλαβα και πέρασα κι από αυτήν την πλευρά πριν να ανάψει το πράσινο για τα αυτοκίνητα.
Τρέχουν τόσο πολύ· και είναι και απρόσεκτοι.
Ο Γιώργος μου ήταν πολύ προσεκτικός. Κι ας έτρεχε κι αυτός…

Advertisements

7 thoughts on “το άγγιγμα (από την άλλη πλευρά)

    silia said:
    Νοέμβριος 30, 2011 στο 1:24 πμ

    Τελικά , φίλε Σωτήρη , έρχονται στιγμές που … με τρομάζεις … Μπορείς και σκέφτεσαι , σαν … να ήσουν γυναίκα …
    Τρέχα γύρευε τώρα (και μην με ρωτήσεις … δεν θα σου δώσω απάντηση) , τί ή ποια ήταν αυτά , που με έκαναν να το γράψω αυτό .

    Sotiris Kanell. responded:
    Νοέμβριος 30, 2011 στο 1:29 πμ

    Silia μου, αυτό είναι εύσημο για εμένα.
    Σε ευχαριστώ!!!
    Πάντως, το ΣΑΝ, τα λέει όλα 🙂

    ο δείμος του πολίτη said:
    Νοέμβριος 30, 2011 στο 12:32 μμ

    Εγώ θα αφήσω άφωνος και βαρύπνοος ένα «υπέροχο»…

    marilia said:
    Νοέμβριος 30, 2011 στο 2:56 μμ

    Ο, ναι! Μου ‘χες… λείπθει! 🙂

    Θνουποφιλάκι γλυκό

    Sotiris Kanell. responded:
    Δεκέμβριος 1, 2011 στο 11:31 πμ

    δείμε του πολίτη, ευχαριστώ!!!
    Καλό σου μήνα

    Sotiris Kanell. responded:
    Δεκέμβριος 1, 2011 στο 11:32 πμ

    mariliaki μου τελικά είμαι ή του ύψους ή του βάθους
    🙂 🙂
    μεγαααλο θνουποφιλάκι!
    Καλό μήνα!

    assimina said:
    Δεκέμβριος 25, 2011 στο 8:21 πμ

    με πρόλαβε η Silia
    σου πάει η γυναικεία σκεψη
    ίσως επειδή δεν ειναι εσύ… 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s