μερικές σκέψεις για «Το Δάσος των Παιδιών» του Χρήστου Αγγελάκου

Posted on Updated on

Ευτυχώς στις παρουσιάσεις των βιβλίων, οι προσκεκλημένοι δεν εξετάζονται!
Δεν εξετάζονται αν έχουν και οι ίδιοι διαβάσει το βιβλίο και σε ποιο ποσοστό έχουν κατανοήσει το τι λέει ο συγγραφέας.
Ευτυχώς.

Βέβαια, προσερχόμενος στην αίθουσα του Ιανού, αυτά δεν τα είχες στο μυαλό σου, αλλά όταν έστρεψες το βλέμμα στην ομήγυρη, η μικρή σπίθα της αγωνίας ξεπήδησε μέσα σου.
Μα μήπως θα έπρεπε να είχα ολοκληρώσει το βιβλίο πριν έρθω και να μην αρκεστώ στις ογδόντα πρώτες σελίδες; Σκέφτηκες και άρχισες να αναρωτιέσαι αν θα έπρεπε να πιάσεις πρώτα θρανία που συνήθως κάθονται οι καλοί μαθητές -ή όσοι θέλουν να να δείξουν ότι είναι οι καλοί μαθητές-, ή να αράξεις στα τελευταία που άνετα μπορείς να μη δίνεις στόχο!
Μετά όμως σαν έτοιμος από καιρό, κι όπως πάντα έκανες δηλαδή, καθησύχασες εαυτόν.
Τι; Σιγά. Ολόκληρες εγκύκλιες σπουδές -έτσι δεν τις λένε;- ολοκλήρωσες αδιάβαστος -και τις πανεπιστημιακές· γιατί το κρύβεις;- και εδώ θα κωλώσεις;
[Άθλια η τελευταία λέξη, αλλά την είπες στον εαυτό σου και «αγαθόν το εξομολογείσθαι«· έτσι δεν λένε;]
 

Και τώρα τι κάνεις; Για το βιβλίο θα μιλήσεις ή για τα άλλα;
Μα για όλα προφανώς. Δεν δήλωσες ποτές βιβλιοκριτικός, επομένως απ ενοχοποιείται κάθε σου ματσαραγκιά. Γι αυτό δεν το έκανες άλλωστε;
 

Η σύναξη πολυπληθής. Η ατμόσφαιρα ζεστή. Και χαλαρή.
Μάλλον χαλάρωσες κι εσύ και τα σφιγμένα δόντια σου· και τα πονεμένα μέλη του κορμιού σου. Κι ας ήταν έξω το κρύο και το ψιλόβροχο σύμμαχος τού πόνου.
Και έτοιμη να δεχτεί κάτι που σίγουρα ήταν περισσότερο από απλώς καλό.

Δεν ξέρεις γιατί, αλλά έτσι το ένιωσες.
Και δεν διαψεύστηκες. 

Αυτό που ακολούθησε, όταν η πόρτα έκλεισε και τα φώτα χαμήλωσαν, ήταν από μόνον του ένα έργο τέχνης. Ένα υψηλών προδιαγραφών θεατρικό τελετουργικό και δημιούργημα..
Μια εκδήλωση που έχεις την αίσθηση ότι είχε να δώσει και να κινητοποιήσει.

Καταλειφός, Λαζαρίδου, Σεϊρλή, Σχινά, Ξυδάκης και ο ίδιος ο συγγραφέας φυσικά, εναλλάχτηκαν στη θέση του ταλαντωτή παραγωγής δονήσεις της ατμόσφαιρας.
Και οι θεατές, γνωρίζοντες και μη, συντονίζονταν.
 
Ωραία, αυτά τα έχω διαβάσει, έπιασες τον εαυτό σου να μονολογεί. Και τούτα που ακούω μου φαίνονται γνωστά.
Δηλαδή γνωστά όχι σαν ιστορία, αλλά σαν λογική.
 
Γιατί πώς να το κάνεις. Μέσα από το κάθε κείμενο, τη λογική του αναζητάς.
Οι ήρωες, οι σχέσεις τους, οι συγκρούσεις τους, φυσικά σου εξάπτουν το ενδιαφέρον και παρακινούν τα δάχτυλα να αλλάζουν σελίδες, όμως η αναζήτηση της λογικής του συγγραφέα, είναι εκείνη που σε βγάζει έξω από το βιβλίο και σε κινεί στις σφαίρες του φαντασιακού· ή σε κρατάει δεμένο στα πεζοδρόμια της αδιαφορίας.

Καλά μη νομίζεις. Δεν είναι πάντα κακή αυτή η αδιαφορία. Μπορεί να είναι ρουτίνα, αλλά καθόλου δεν είναι άσχημο αραιά και που να ξεχνιέσαι με κάτι σαν απλό μυθιστόρημα ηρώων με θεληματικά σαγόνια που έρχονται να πάρουν βίαια ό,τι πολυτιμότερο κρατούν γι αυτούς οι κόρες των κοινωνικών τους αντιπάλων.
Εντάξει και ημιπολύτιμα διατίθενται. Ας μη γίνει θέμα.
 

Στο Δάσος των Παιδιών λοιπόν του Χρήστου Αγγελάκου, τη λογική τη βρήκες αμέσως.
Καθώς ήδη την είχες εντοπίσει από την κατ’ οίκον, έστω και μερική, μελέτη, οι θαυμάσιες αναγνώσεις από την πλευρά του Κυρίου Καταλειφού και των Κυριών Λαζαρίδου και Σεϊρλή, σε συνάρτηση με τον αναλυτικό λόγο των δύο ομιλητών, της κας Σχινά και του κου Ξυδάκη, στην ενίσχυσαν και στην εδραίωσαν!

Γιατί δεν σου είναι άγνωστο ο τρόπος αυτός γραφής.
Αντίθετα σου είναι εξαιρετικά οικείος!
Πολλές από τις δικές σου μικρές απόπειρες του πρόσφατου αλλά και του απώτερου παρελθόντος, έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά.
Τα italics σαν εργαλεία παράθεσης μικρών φράσεων ικανών να αντικαταστήσουν ολόκληρα κεφάλαια περιγραφής· τη σύνδεση των παραγράφων με λέξεις κλειδιά έτσι ώστε η συντακτική διακοπή να μην αναιρεί τη λογική, αφηγηματική και, εν τέλει, νοητική ενότητα· τις παλινδρομήσεις στο χρόνο. Άλματα θα τα έλεγε κάποιος.
Ταυτότητα τα λες εσύ!
Ταυτότητα γιατί τα γεγονότα στην αφήγηση, σε αντίθεση με την ιστορία που κυλάει επάνω στις ράγες της, κουβαλάνε μέσα τους το μέλλον τους·κουβαλάνε την επιλογή τους ανάμεσα στα πολλά ενδεχόμενα καθώς και την απόρριψη των υπολοίπων.

Ουσιαστικά, σκέφτεσαι, με αυτή την οπτική ιδωμένα, τα γεγονότα αφού εμπεριέχουν και το, κατά το τυπικά ονομαζόμενο, παρελθόν και το στιγμιαίο έστω παρόν και το μέλλον τους, είναι ακίνητα!

Η ηρωίδα, η Λουκία, βιώνει το τώρα, σαν απόλυτη συνάρτηση του χτες που δεν θα μπορούσε να είναι άλλο, για να είναι αυτό τώρα και να γίνει ότι έγινε στο μέλλον.
Δίχως αυτά να αποτελούν υπόδειξη της ειμαρμένης!
Οι παράλληλες ιστορίες έγιναν για να υπάρξει η ιστορία της ηρωίδας, ενώ η ύπαρξη της ηρωίδας ορίστηκε από τον λόγο για τον οποίο υπήρξαν ή χάθηκαν οι ήρωες και οι ηρωίδες των παράλληλων ιστοριών.
Ο έρωτας, στο μυθιστόρημα του Αγγελάκου, κυρίαρχος, ηττάται κατά κράτος· όπως πάντα συμβαίνει στη ζωή· και σε αντίθεση με όσα περιγράφουν τα λεγόμενα “αισθηματικά” αφηγήματα.
Οι άνθρωποι ζουν και αναπνέουν στον ίδιο χώρο
Τα σύνορα μεταξύ των χωρών έχουν εξαφανιστεί πολύ πριν εμφανιστεί για να τα καταρρίψει η παγκοσμιοποίηση· όπως επίσης από πάντα συνέβαινε μεταξύ των ανθρώπων και σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν μεταξύ των εκπροσώπων των ανθρώπων.
Ο Καναδάς, τα Πυρηναία, η Γαλλία, η Αγγλία, η Ιταλία, είναι χώροι οι οποίοι αναφέρονται και που υπάρχουν για να προετοιμάσουν τις βεβαιότητες του τέλους. Κι αν θέλεις να είσαι ακριβής, είναι χώροι όπου ήδη συν-τελείται το τέλος!
Καθώς, στο σπέρμα της αρχής, ενυπάρχει αδιαίρετο το στοιχείο του τέλους.
Με τη μοναδικότητα που έχει· και είναι αυτό και όχι άλλο.
Και σωστά μιλάς για χώρους και όχι χώρες, αφού αυτοί, σαν περιβάλλοντα, και με την αδήλως διαχεόμενη οντότητά τους, είτε γέννησαν βιώματα, είτε έθρεψαν όνειρα των πρωταγωνιστών, χωρίς να τα περιορίζουν μέσα σε όρια συνοριακές γραμμές και πολιτισμικές αντιστάσεις.
Οι σχέσεις, κάθε μορφής και είδους, χτίζονται πάνω στις προθέσεις της ερωτικής τους ολοκλήρωσης. Ακόμα κι όταν το αποτυγχάνουν. Στην πραγματικότητα χτίζονται για να οδηγηθούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στην καταστροφή.
Στο τέλος.
Πώς αλλιώς θα ξεκινήσει η νέα αρχή;
Που δεν θα είναι αρχή αλλά άλλο ένα ακίνητο στοιχείο της συνεχούς ροής.

Και πού καταλήγεις τελικά με όλα αυτά;
Στο ότι το βιβλίο το ξανάπιασες στα χέρια σου την επομένη της παρουσίασής του και δεν το άφησες πριν να το τελειώσεις!
Και σου άρεσε. Και το συνιστάς.
Θα αρέσει.

Κρατάς όμως και την επιφύλαξη ότι μπορεί και να κουράσει, στην αρχή τουλάχιστον, τον μη υποψιασμένο αναγνώστη…
Η αλήθεια είναι πως ένα τέτοιο βιβλίο, δεν είναι κάτι εύκολο για τον απροετοίμαστο και ανυποψίαστο αναγνώστη. Έχει τις δυσκολίες του.
Ίσως τα ονόματα των προσώπων έτσι που εισβάλλουν ξαφνικά χωρίς ταυτότητα να δημιουργούν ένα μικρό κομφούζιο μέσα στο μυαλό του. Έτσι όπως από το πουθενά εισβάλλουν τα πρόσωπα στην καθημερινότητά και φέρνουν ανατροπές στις ισορροπίες που ο καθένας έχει ορίσει.

Ίσως η παλινδρόμηση της αφήγησης να ξαφνιάσει. Και να κουράσει γιατί θα απαιτήσει περισσότερη συγκέντρωση από τη συνήθη. Δεν είναι εύκολα αποδεκτή η ταύτιση του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον και η ενσωμάτωσή τους στον πυρήνα εντός αδιάστατου και άχρονου συμβάντος…

Όμως θεωρείς ότι αξίζει τον κόπο να πάρει στα χέρια του κανείς το βιβλίο.
Στο τέλος, ο αναγνώστης θα νιώσει ικανοποίηση για αυτό που διάβασε, ακόμα κι αν ενδιάμεσα έχει νιώσει μια μικρή κόπωση από την προσπάθεια να ανακαλύψει, αν δεν τον έχει συνηθίσει, αυτόν τον τρόπο γραφής.
 

Και βέβαια θα ήταν παράλειψη, να μην ευχηθείς και από εδώ στον Συγγραφέα, καλοτάξιδο!

Advertisements

4 thoughts on “μερικές σκέψεις για «Το Δάσος των Παιδιών» του Χρήστου Αγγελάκου

    Darthiir the Abban said:
    Νοέμβριος 17, 2011 στο 9:26 πμ

    Παρατηρώ μια έλλειψη από πλάγια στο μισό του κειμένου και παραξενεύομαι…

    😈

    marilia said:
    Νοέμβριος 18, 2011 στο 6:18 μμ

    Τόοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοθον καιρό, ένα βιβλίο διάβαζες;;;;;;;;;;

    Βούτα ένα θνουποφιλάκι γλυκό, γιατί, μου ‘λειπθεθ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! 😀

    Sotiris Kanell. responded:
    Νοέμβριος 28, 2011 στο 12:07 μμ

    darthiir ίσως γιατί άρχισα να πλαγιάζω ο ίδιος 🙂

    Sotiris Kanell. responded:
    Νοέμβριος 28, 2011 στο 12:09 μμ

    marilia μου, η αλήθεια είναι πως όχι. Δεν διάβαζα ένα βιβλίο.
    Μάλλον δεν διάβαζα και πολύ.
    Απλώς, να, έχω αρχίσει να ξεχνάω τα .. πλήκτρα!

    Καλή θου ημέραααα
    δθφουρχτό θνουποφιλίιιιιιι
    🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s